17.1.13

Ομιλία για το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους απόρους



Ομιλία στην κοινή συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων και της ειδικής Διαρκούς Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων με θέμα την Εξέταση της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Απόρους 
Η οικονομική κρίση στην Ευρωζώνη σπρώχνει όλο και μεγαλύτερη μερίδα των πολιτών της στα πρόθυρα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε στις 3 Δεκεμβρίου η Eurostat, πάνω από 24% του πληθυσμού της ΕΕ το 2011 βρισκόταν κάτω του ορίου της φτώχειας.

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την Επίτροπο της ΕΕ σε θέματα απασχόλησης "Περισσότερο από το 27% των παιδιών στην ΕΕ, βρίσκονται σε κίνδυνο από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό ένα ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από αυτό του συνολικού πληθυσμού".

Ο μέσος όρος του δείκτη φτώχειας στην ΕΕ αυξήθηκε 1% σε σχέση με το 2010, όταν και ξεκίνησε το κοινοτικό πρόγραμμα «Ευρωπαϊκό έτος καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού». Θα πρέπει φυσικά να συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι ο μέσος όρος λειτουργεί παραπλανητικά. Στα στατιστικά στοιχεία της Eurostat εμφανίζονται αποτελέσματα τα οποία αφορούν, ως επί τω πλείστω, σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και σε άτομα τα οποία βρίσκονται επιβεβαιωμένα κάτω του ορίου της φτώχειας. Αν, όμως,  συνυπολογίσουμε την μικρομεσαία τάξη, η οποία ομολογουμένως δεν βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και η οποία βρίσκεται οριακά άνω του εν λόγω ορίου, τότε δυστυχώς, θα διαπιστώσουμε πως η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη.

Όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του κανονισμού, το προαναφερθέν πρόγραμμα για την καταπολέμηση της φτώχεια του 2010, συνολικού προϋπολογισμού € 26 εκατ., είχε ως στόχο την ανανέωση των πολιτικών δεσμεύσεων των κρατών μελών, στο να συμβάλλουν στην αναστροφή της αρνητικής αυτής τάσης. Ο σκοπός του παρόντος είναι να αναδιαρθρώσει το ισχύον πλαίσιο, δεσμεύοντας περίπου € 2,5 δισ. από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, διατιθέμενα από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, με προγραμματισμό επταετίας. Τα κράτη μέλη θα καταβάλλουν το 15% των δαπανών στα αντίστοιχα εθνικά προγράμματά τους, με το ταμείο της ΕΕ να καλύπτει το υπόλοιπο ποσό.

Το πρώτο σημείο που αξίζει να σταθούμε, είναι στην αιτία ανάληψης της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας. Αφενός, υπάρχει η επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, με αύξηση της ανεργίας και μείωση της παραγωγής, αφετέρου η μετουσίωση του, έως σήμερα, ισχύοντος, προγράμματος υστερεί. Αναφορικά με την οικονομική παραγωγή και δη με την αγροτική, όπως διαφαίνεται και από την έκθεση της Επιτροπής η απόδοση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), με τον χρονίως διαστρεβλωτικό χαρακτήρα, παρουσιάζεται αβέβαιη και μειούμενη. Επομένως, οι όποιες σχετικές προβλέψεις είναι κενές περιεχομένου και θα πρέπει να αναπροσαρμοστούν βάσει ενός ρυθμιστικού πλαισίου της ΚΑΠ, η αναδιαμόρφωση του οποίου βρίσκεται σε εξέλιξη.

Ένα δεύτερο, και ενδεχομένως πιο σημαντικό σημείο, αφορά στον προτεινόμενο τρόπο αντιμετώπισης της φτώχειας εκ μέρους της ΕΕ. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία στοχεύει στο σύμπτωμα και σε καμία περίπτωση στην αιτία των συγκεκριμένων συνθηκών, μία παρατήρηση η οποία αναφέρθηκε και στο Σουηδικό Κοινοβούλιο.

Τα αυξημένα ποσοστά φτώχειας είναι αποτέλεσμα της πτώσης της εγχώριας παραγωγής και κατ’επέκταση της ανεργίας. Μία πολιτική η οποία στοχεύει στην κοινωνική συνοχή σε Ευρωπαϊκό επίπεδο θα έπρεπε να αφορά σε πιο δραστικούς παράγοντες, που εν δυνάμει λειτουργούν αντισταθμιστικά στις δυναμικές αποσάθρωσης.

Ο πιο δυναμικός παράγοντας ο οποίος μπορεί να αντιμετωπίσει τόσο την μειωμένη οικονομική δραστηριότητα, όσο και τις φυγόκεντρες κοινωνικές δυνάμεις, είναι η απασχόληση.

Μία κοινωνική πολιτική με μακροπρόθεσμους στόχους, οφείλει να στοχεύει στην αύξηση της απασχόλησης, ως αναπτυξιακό μέτρο, ως μέτρο μείωσης της φτώχειας, καθώς και ως μέτρο που θα εξισορροπήσει τις ανισότητες σε διακρατικό επίπεδο εντός ΕΕ.

Επιπλέον, τίθεται  και ένα ηθικό ζήτημα αφού είναι σαφώς προτιμότερο για τους δικαιούχους του προγράμματος, η προσφορά εργασίας από οποιαδήποτε άλλη παροχή αφού κατά αυτόν τον τρόπο δεν θίγεται η αξιοπρέπειά τους.

Τα ανωτέρω, φυσικά, δεν έχουν σκοπό να κρίνουν τον σκοπό του εν θέματι κανονισμού αλλά να αναδείξουν τον ουσιαστικό τρόπο μείωσης της φτώχειας. Έναν στόχο που πρέπει να προωθήσουμε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η συμβολή της προωθούμενης πολιτικής στην αντιμετώπιση της υλικής στέρησης των συμπολιτών μας είναι αδιαμφισβήτητη, αλλά πρέπει να λάβει χώρα σε ένα ευρύτερο συντονιστικό πλαίσιο και όχι αυτοτελώς.

Ευρύτερος συντονισμός θα πρέπει να υπάρξει, επίσης, και στον τρόπο που θα διαχειριστεί το εν λόγω πρόγραμμα η Ελληνική Πολιτεία.

Τόσο στο ερευνητικό κομμάτι για την εκπόνηση της Ελληνικής προτάσεως, η οποία θα εγκριθεί από την Επιτροπή για την αποδέσμευση των σχετικών κονδυλίων, όσο και στο διαχειριστικό κομμάτι και στους δειγματοληπτικούς ελέγχους, η προσπάθεια του Ελληνικού Κράτους θα πρέπει να συνεπικουρείται από ΜΚΟ ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου.

Η πολιτεία θα πρέπει να εκμεταλλευθεί την τεχνογνωσία και την εμπειρία των ΜΚΟ ούτως ώστε η απορρόφηση των κονδυλίων και η διανομή τους να είναι η καλύτερη δυνατή.

Τέλος, σκόπιμο είναι να διασαφηνισθεί εκ μέρους της Επιτροπής εάν τα συγκεκριμένα ποσά που διατίθενται για την υλοποίηση του προγράμματος, θα έχουν σαν συνέπεια την μείωση αντίστοιχων κονδυλίων από κάποιο άλλο πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, ούτως ώστε να είναι δυνατή μία σύγκριση οφέλους μεταξύ των δύο προγραμμάτων. 

16.1.13

Ομιλία βουλευτού Β Πειραιά της ΔΗΜΑΡ κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου «Οργάνωση και Λειτουργία Ιδρύματος Νεολαίας και Δια Βίου Μάθησης και Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού και άλλες διατάξεις»




Κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, καταρχήν θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι το παρόν νομοσχέδιο που έρχεται προς ψήφιση στη Βουλή κινείται προς μια θετική κατεύθυνση, καθώς διαχέεται από το πνεύμα της ποιοτικής αναβάθμισης των λειτουργιών του δημοσίου και εν προκειμένω, θεμάτων που έχουν να κάνουν με την παιδεία.
Ειδικότερα η ρύθμιση της διά βίου μάθησης αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές πρωτοβουλίες, αφού επιφέρει μία σχετική εναρμόνιση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα και μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά σε ένα ευρωπαϊκό σύστημα εκπαίδευσης. Παρ’ όλα αυτά, σημαντικά επιμέρους ζητήματα του σχεδίου νόμου χρίζουν περαιτέρω διερεύνησης και αντιμετώπισης.
Τα επιμέρους θέματα που ρυθμίζονται από το παρόν νομοσχέδιο είναι πολλά και σημαντικά. Η συνένωση του Ινστιτούτου Νεολαίας και του Ινστιτούτου Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων σε ένα νέο ενιαίο θεσμό, όπως και η συγχώνευση του ΕΚΕΠΙΣ και του ΕΚΕΠ σε έναν επίσης νέο και ενιαίο θεσμό κρίνονται θετικά. Υπάρχει πλέον η δυνατότητα ενός ευρύτερου συντονισμού με σημαντικές συνέπειες μακροπρόθεσμα, αν και όπως αναφέραμε και στην Επιτροπή υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις οι οποίες ρυθμίζονται με τη σχετική τροπολογία που έχει κατατεθεί.
Αναφορικά με τη διευρυμένη μοριοδότηση της εισαγωγής αθλητών στα ΑΕΙ της χώρας, με την οποία συμφωνούμε, θα πρέπει να συμβαίνει με όρους που συνυπολογίζουν τη συνεπαγόμενη ενίσχυση του αθλητισμού και την ενδεχόμενη δημιουργία ανισότητας ανάμεσα στα παιδιά που μοριοδοτούνται και σ’ αυτά που ακολουθούν την κανονική διαδικασία.
Η περίπτωση των μετεγγραφών θέτει μεγάλα ζητήματα, τα οποία δεν θα πρέπει να τα εξετάσουμε αυτοτελώς, αλλά υπό το πρίσμα των παρουσών συνθηκών. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι πολλές οικογένειες στερούνται οικονομικών πόρων δεν θα πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση των παιδιών τους, ενώ παράλληλα θα πρέπει να διασφαλίζεται στο ελάχιστο η εύρυθμη λειτουργία των ΑΕΙ.
Συνεπώς, θα πρέπει να υπάρξουν αντικειμενικοί παράγοντες, κάτω από τους οποίους θα γίνεται επιτρεπτή η μεταγραφή, όπως παραδείγματος χάρη, το εργασιακό καθεστώς των γονέων και όχι μόνο η φορολογική δήλωση. Γιατί μπορεί μια οικογένεια να είχε ένα ποσό το 2010 ή το 2011 και αυτή τη στιγμή ο ένας ή δυστυχώς και οι δυο γονείς να έχουν χάσει την εργασία τους.
Από τη στιγμή που υπάρχει το πλαφόν του 10% στις μεταγραφές ανά τμήμα και το οποίο πρέπει να διατηρηθεί με την έννοια ότι διαφορετικά δεν διασφαλίζεται το εύρυθμο της λειτουργίας των τμημάτων, το να συζητάμε για το οικονομικό όριο που επιτρέπει σε μια οικογένεια να κάνει αίτηση για μεταγραφή, δεν ξέρω κατά πόσο έχει νόημα.
Θα ήθελα να σταθώ περισσότερο όμως στην τροπολογία αναφορικά με το ζήτημα της δυνατότητας πρόσληψης από το ελληνικό δημόσιο ιεροδιδασκάλων για τη διδασκαλία του Κορανίου.
Η Δημοκρατική Αριστερά είναι σταθερά προσηλωμένη στις αρχές εκείνες που διασφαλίζουν τις θρησκευτικές ελευθερίες όλων των Ελλήνων πολιτών αλλά και όλων των διαβιούντων στη χώρα μας σε όποιο θρήσκευμα ή δόγμα και αν ανήκουν, στο πλαίσιο ενός ανεξίθρησκου και κοσμικού κράτους.
Οι θέσεις της Δημοκρατικής Αριστεράς όσον αφορά στο δημόσιο βίο βρίσκονται σταθερά στην απαίτηση για διαχωρισμό εκκλησίας και πολιτείας οπότε και η συγκεκριμένη τροπολογία εξετάζεται από μας υπ’ αυτόν τον όρο.
Οι προτεινόμενες με τη σχετική τροπολογία τροποποιήσεις των άρθρων 36  έως 39 του ν. 3536/2007 έρχονται να αντιμετωπίσουν τα εξής δυο βασικά ζητήματα.
Κατ’ αρχήν, αλλάζει η σύνθεση της επιτροπής επιλογής του άρθρου 38, η οποία πλέον αποτελείται από τον Μουφτή, ο οποίος αναλαμβάνει το ρόλο του προέδρου της επιτροπής, από έναν υπάλληλο του Υπουργείου Παιδείας, ένα μέλος ΔΕΠ ειδικευμένο στις ισλαμικές σπουδές και δυο έγκριτους μουσουλμάνους θεολόγους. Ο πρώτος ορίζεται από το Υπουργείο Παιδείας και ο δεύτερος από τον Μουφτή. Η νέα αυτή σύνθεση έρχεται να αντιμετωπίσει την προβληματική του προαναφερθέντος νόμου αναφορικά με την επιλογή ιεροδιδασκάλων για τη διδασκαλία του Κορανίου από μέλη μη μουσουλμάνους στο θρήσκευμα. Η αλλαγή αυτή, όμως, κρίνεται επιφανειακή, δεδομένου ότι εκ των τριών συμμετεχόντων μουσουλμάνων της επιτροπής ο Μουφτής διορίζεται από την πολιτεία, ενώ ο ένας μουσουλμάνος θεολόγος διορίζεται από τον Μουφτή, άρα, εμμέσως και αυτός από την πολιτεία.
Ένας τέτοιος θεσμός δεν δύναται να ελέγχεται από την ελληνική πολιτεία, ένας έλεγχος που είναι εμφανής και από τη διάρκεια των σχετικών συμβάσεων, οι οποίες δεν μπορούν να ξεπερνούν τους εννέα μήνες.
Προβλέπεται ότι οι συγκεκριμένοι ιεροδιδάσκαλοι πέραν της διδασκαλίας του Κορανίου στα τεμένη της Θράκης, θα μπορούν να διδάσκουν το Κοράνι και σε δημόσια σχολεία εκτός ωραρίου προγράμματος σπουδών, εφόσον εκδηλωθεί το ανάλογο ενδιαφέρον από την πλευρά των μαθητών. Η συγκεκριμένη ρύθμιση δημιουργεί απευθείας καθεστώς ανισότητας μεταξύ των επιλεγομένων ιεροδιδασκάλων και των λοιπών δασκάλων στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Η επιλογή όσων θα διδάξουν το Κοράνιο θα πρέπει να γίνει με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο που εξασφαλίζει μια διαφανή και αξιοκρατική διαδικασία. Η αντικατάσταση των αντικειμενικών διαδικασιών, όπως προβλέπεται στον ΑΣΕΠ, με τη διάτρητη διαδικασία επιλογής από μια επιτροπή, δέσμια υποκειμενικών κριτηρίων, μας βρίσκει φυσικά αντίθετους. Η προτεινόμενη διαδικασία αντανακλά μια πολιτική νοοτροπία που ίσχυε σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης και την οποία έχουμε δεσμευθεί να αλλάξουμε.
Επιπροσθέτως, ο διάτρητος χαρακτήρας της διαδικασίας ενδέχεται να δημιουργήσει μια περιβάλλουσα δυσπιστία απέναντι στο θεσμό του ιεροδιδάσκαλου με αποτέλεσμα την απαξίωσή του.
Κατόπιν των ανωτέρω και σε ό,τι έχει να κάνει με τη συγκεκριμένη τροπολογία, είμαστε αντίθετοι τόσο στη συνολική φιλοσοφία που τη διέπει όσο και στις επιμέρους τροποποιήσεις.
Συνοψίζοντας, η τροπολογία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις θέσεις μας. Αφ’ ενός προωθείται μια νοοτροπία, την οποία προσπαθούμε σαν κράτος να αποβάλουμε δεδομένου του αδιαφανούς χαρακτήρα αυτής και αφ’ ετέρου, όπως προανέφερα, η θέση μας για μη ανάμειξη της πολιτείας σε θέματα θρησκευτικής πίστης είναι πάγια. Δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος επιβολής των προσώπων που θα διδάξουν το Ευαγγέλιο ή το Κοράνιο στους αντίστοιχους θρησκευτικούς χώρους από το κράτος. Η επιλογή αυτή πρέπει να είναι στην ευχέρεια των πιστών κάθε θρησκείας και σε κανέναν άλλον.
            Σας ευχαριστώ.

13.1.13

Συνέντευξη στην εφημερίδα "Το χρήμα": «Η συμμετοχή μας στην τρικομματική κυβέρνηση δεν αίρει τις ιδεολογικές μας διαφορές με τους κυβερνητικούς εταίρους»

1. Συμμετέχετε σε μια κυβέρνηση ως μέλος κόμματος με σοσιαλιστική χροιά. Πόσο ανταποκρίνεται στη πολιτική λογική να συγκυβερνάτε με κόμματα που εκφράζουν την αστική τάξη που θεωρητικά πολεμάτε?

Η Δημοκρατική Αριστερά στήριξε και συμμετέχει στην τρικομματική κυβέρνηση με ένα και μοναδικό στόχο: την αποτροπή της χρεωκοπίας και την παραμονή της χώρας στο ευρώ και στην ευρωζώνη. Ο άλλος δρόμος, της εξόδου και της δραχμής θα ήταν καταστροφικός και αποσοβήθηκε σε πείσμα όσων έλεγαν ότι η διαπραγμάτευση θα αποτύχει. Η Δημοκρατική Αριστερά ανταποκρίθηκε σε αυτήν την εθνική ανάγκη, γιατί η πολιτική σταθερότητα αποτελεί προϋπόθεση για την σταδιακή έξοδο της χώρας από την κρίση. Και χωρίς την ενεργή παρουσία της αριστεράς δεν μπορούσε να υπάρξει κυβερνητική σταθερότητα.  Η συμμετοχή μας δεν αίρει τις ιδεολογικές μας διαφορές με τους κυβερνητικούς εταίρους. Διατηρούμε την πολιτική μας αυτονομία και επιδιώκουμε να συμβάλλουμε σε πολιτικές προς όφελος της κοινωνίας και των πολιτών, για δικαιότερη κατανομή των δυσβάσταχτων μέτρων, τη στήριξη των πιο αδύναμων, τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

    2.Θεωρείτε επιτυχή και για το λαό γόνιμη τη μέχρι στιγμής παρουσία της ΔΗΜΑΡ στη τριμερή διακυβέρνηση;

Σας ανέφερα προηγούμενα τον κεντρικό στόχο της συμμετοχής μας στην Κυβέρνηση εθνικής ευθύνης. Η αποτροπή της χρεωκοπίας και η παραμονή στην ευρωζώνη ώστε η Ελλάδα να αποτελέσει μέρος της πολιτικής λύσης της κρίσης που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Δεν θα ισχυριστώ ότι τα μέτρα που αναγκαστήκαμε να συμφωνήσουμε θα είναι ένας ευχάριστος περίπατος. Συνιστούν όμως αναγκαία αναπτυξιακή παράμετρο. Τώρα πρέπει να προχωρήσουμε στην εφαρμογή των  μεταρρυθμίσεων που έχει τόσο μεγάλη ανάγκη ο τόπος, ανεξαρτήτως μνημονίων. Να θέσουμε τα μεγάλα θέματα και τα μεγάλα στοιχήματα που απετέλεσαν την αιχμή του δόρατος του προγράμματός μας, όπως η καταπολέμησης της διαφθοράς, της φοροδιαφυγής, οι αλλαγές στο Δημόσιο Τομέα. Παράλληλα, διεκδικούμε  την  άμεση  εκπόνηση  ενός  ειδικού  προγράμματος  αναπτυξιακών  παρεμβάσεων  και  επενδύσεων  για  τη  χώρας  μας,  με  τη  συγχρηματοδότηση  της  Ευρωπαϊκής  Τράπεζας  Επενδύσεων,  ώστε  να  συνδεθεί  η  δημοσιονομική  προσαρμογή  με  την  ανάπτυξη. 

   3. Ποιά θεωρείτε σημαντικότερα προβλήματα της εκλογικής σας περιφέρειας που καλείσθε και θέλετε να επιλύσετε;

Η περιοχή της Β’ Πειραιά έγινε επί δεκαετίες συνώνυμη της περιβαλλοντικής και αναπτυξιακής υποβάθμισης, συνδυασμός αδιαφορίας, έλλειψης αξιοποίησης του φυσικού πλούτου και μεταφοράς οχλουσών δραστηριοτήτων. Η ανεργία έχει χτυπήσει τον δυτικό Πειραιά πολλά χρόνια πριν. Η ύπαρξη των φυλακών μέσα σε κατοικημένη περιοχή, δίπλα σε σχολεία, τα πρώην λατομεία στην ίδια περιοχή που δεν αξιοποιούνται, η ανεργία και ο θάνατος της Ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης στο Πέραμα, τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα και η ζεύξη με το Πέραμα της Σαλαμίνας, το μέτωπο στη θάλασσα του Κερατσινίου, η εγκατάλειψη του όρους Αιγάλεω, το Σελεπίτσαρι στη Νίκαια συνθέτουν το σκηνικό χρόνιας υποβάθμισης. Πρέπει να υπάρξει ένα συνολικό σχέδιο με τη συμμετοχή πολιτείας, αυτοδιοίκησης, επιμελητηρίων και όλων των εμπλεκόμενων φορέων, ώστε η περιοχή να αξιοποιήσει τις αναπτυξιακές της δυνατότητες και τον περιβαλλοντικό της πλούτο.
 
4.      Αφουγκραζόμενη το λαϊκό αίσθημα ερμηνεύετε τη κοινή γνώμη ικανοποιημένη ή οργισμένη από τη καθημερινότητα που βιώνει;

Η κοινωνία δοκιμάζεται σκληρά. Επί μια τριετία υφίσταται μέτρα περικοπών και βαρών, ενώ από την άλλη δεν προχώρησαν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Την ίδια στιγμή οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Ευρώπη επέμεναν σε μια συνεχή πολιτική περικοπών που επέτεινε την ύφεση, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο ύφεσης και ανεργίας. Αυτόν τον κύκλο προσπαθούμε να σπάσουμε με συνδυασμό των απαραίτητων πολιτικών προς το εσωτερικό και διαπραγμάτευσης με τους εταίρους μας στην Ευρώπη. 

5.  Υιοθετείτε σαν ιστορικό γεγονός την άποψη της κας Ρεπούση πως στη Σμύρνη υπήρξε συνωστισμός και όχι σφαγή ή ανθρωπιστική καταστροφή;

Η κα Ρεπούση έχει τοποθετηθεί κατ’ επανάληψη επί του θέματος. Είναι καλύτερα να διαβάσουμε το έργο της και όχι να ακούμε αυτά που άλλοι λένε για αυτό. Πιστεύω μάλιστα ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να αφήσουμε την ιστορία στους ιστορικούς. Μόνο στα ολοκληρωτικά καθεστώτα οι πολιτικοί καλούνται να τοποθετηθούν αναφορικά με σχολικά βιβλία.

6.  Είστε αισιόδοξη για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης από τη κυβέρνησή σας και γιατί;

  Χρειάζεται επιμονή. Η αποκατάσταση συνθηκών εμπιστοσύνης, η προώθηση αποκρατικοποιήσεων που διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και την αναπτυξιακή προοπτική, καθώς και η στροφή προς ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο με ενέργειες διαρθρωμένες σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο επίπεδο με την συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων αποτελούν προϋποθέσεις για την έξοδο της χώρας μας από την κρίση. Όλα αυτά είναι απαραίτητο να συνδυαστούν με διαθρωτικές αλλαγές, ώστε να έχουν θετικό αποτέλεσμα για την ελληνική οικονομία και τους πολίτες.